Το Εφετείο δημιούργησε σημαντική νομολογία, με επιρροή σε άλλες υποθέσεις, καθώς ακύρωσε διαταγή πληρωμής ύψους περίπου 118.000 ευρώ, κρίνοντας ότι η τράπεζα δεν κατάφερε να αποδείξει εγγράφως το πιο κρίσιμο στοιχείο: την ίδια την καταγγελία της δανειακής σύμβασης.
Η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση αναδεικνύει ένα ευρύτερο, συστημικό ζήτημα που απασχολεί τον τραπεζικό κλάδο και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Όπως συνέβη με το συγκεκριμένο δάνειο, που είχε εκταμιευθεί το 2005, σε πολλές αντίστοιχες περιπτώσεις παλαιών συμβάσεων, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι servicers αντιμετωπίζουν μεγάλη δυσκολία στην ανάκτηση και προσκόμιση των πρωτότυπων εγγράφων.
Μετά από διαδοχικές συγχωνεύσεις τραπεζών, μαζικές μεταβιβάσεις χαρτοφυλακίων κόκκινων δανείων και τιτλοποιήσεις, κρίσιμα έγγραφα - όπως αυτά που αποδεικνύουν την πράξη της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης - συχνά αγνοούνται ή έχουν χαθεί στα αρχεία. Κατά συνέπεια, οι εταιρείες καταφεύγουν σε νομικά «ημίμετρα», επικαλούμενες άλλα έγγραφα που αναφέρουν την καταγγελία της σύμβασης, χωρίς να προσκομίζουν το πρωτότυπο έγγραφο της καταγγελίας.
Συνήθως, τα δικαστήρια που εξέταζαν ανακοπές σε πρώτο βαθμό αποδέχονταν αυτούς τους χειρισμούς, όμως η απόφαση του Εφετείου «δείχνει» προς την κατεύθυνση της αυστηρής μεταχείρισης των servicers σε αυτές τις περιπτώσεις.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορά σε δανειολήπτη που το 2005 έλαβε στεγαστικό δάνειο (για αγορά πρώτης κατοικίας) ύψους 75.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 30 έτη. Λόγω οικονομικών δυσχερειών, το δάνειο παρουσίασε καθυστερήσεις.
Σχεδόν 16 χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 2021, η εταιρεία διαχείρισης και το fund που είχαν αντικαταστήσει την τράπεζα πέτυχαν την έκδοση διαταγής πληρωμής, απαιτώντας από τον δανειολήπτη την άμεση καταβολή 117.786,52 ευρώ, συν τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα.
Ο δανειολήπτης άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής. Στον πρώτο βαθμό (Πρωτοδικείο) η ανακοπή του απορρίφθηκε, αλλά στο Εφετείο η κατάσταση άλλαξε πλήρως.
Financial & Law:
Ρυθμίσεις οφειλών για υπερχρεωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις - Προστασία από κατασχέσεις και πλειστηριασμούς - Αίτηση για ένταξη στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών - Έμπειρο νομικό τμήμα.
Τηλέφωνα: 210.3300078 - 215.5509237 - 210.3300660 - 6945976642
Εκδήλωση ενδιαφέροντος με υποβολή φόρμας
Το σφάλμα του servicer
Για να εκδοθεί νόμιμα μια διαταγή πληρωμής, ο νόμος απαιτεί την πλήρη έγγραφη απόδειξη της οφειλής. Η τράπεζα υποστήριξε ότι είχε καταγγείλει το δάνειο (καθιστώντας το σύνολο του ποσού άμεσα απαιτητό) την 1η Ιουνίου 2020 και ότι έκλεισε τον λογαριασμό.
Ωστόσο, στο δικαστήριο αποκαλύφθηκε το σοβαρό κενό:
Το έγγραφο-φάντασμα: Η τράπεζα δεν προσκόμισε ποτέ στον δικαστή το έγγραφο της καταγγελίας με ημερομηνία 1-6-2020.
Η απλή ειδοποίηση δεν επαρκεί: Αντί της επίσημης καταγγελίας, η τράπεζα προσκόμισε ένα μεταγενέστερο εξώδικο (με ημερομηνία 6-7-2020), το οποίο απλώς ενημέρωνε τον δανειολήπτη ότι η σύμβασή του «είχε ήδη καταγγελθεί» ένα μήνα πριν.
Το σκεπτικό της απόφασης
Η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν καταλυτική. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης,
Η καταγγελία μιας δανειακής σύμβασης είναι μια νομική πράξη που λύει τη σύμβαση και πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως. Μια απλή εξώδικη επιστολή που αναφέρει ότι η καταγγελία έχει ήδη γίνει στο παρελθόν, χωρίς να προσκομίζεται το ίδιο το έγγραφο της καταγγελίας, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου.
Το κλείσιμο του λογαριασμού (1-6-2020) δεν μπορεί να προηγείται της καταγγελίας. Η καταγγελία είναι η νομική προϋπόθεση για να κλείσει ο λογαριασμός και να καταστεί όλο το ποσό ληξιπρόθεσμο.
Εφόσον δεν αποδείχθηκε εγγράφως η καταγγελία, το δάνειο δεν μπορούσε να θεωρηθεί νομικά «ληξιπρόθεσμο και απαιτητό» στο σύνολό του.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και επιβεβαίωσε ότι οι πιστωτές δεν μπορούν να παρακάμπτουν τους αυστηρούς δικονομικούς κανόνες εις βάρος των οφειλετών.
